πολυτέλεια

πολυτέλεια
η
1) роскошь;

είδη πολυτέλείας — предметы роскоши;

2) фешенебельность;
3) излишество, роскошь

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "πολυτέλεια" в других словарях:

  • πολυτελεία — πολυτελείᾱ , πολυτέλεια great expense fem nom/voc/acc dual πολυτελείᾱ , πολυτέλεια great expense fem nom/voc/acc dual (ionic) πολυτελείᾱ , πολυτέλεια great expense fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτελείᾳ — πολυτελείᾱͅ , πολυτέλεια great expense fem dat sg (attic doric aeolic) πολυτελείᾱͅ , πολυτέλεια great expense fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτέλεια — great expense fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτέλεια — η 1. καθετί που αποτελεί περιττή δαπάνη: Να έχουμε τα απαραίτητα και να λείπουν οι πολυτέλειες. 2. πλούτος, πλούσια εμφάνιση, λούσο: Μεγάλη πολυτέλεια έχουν στο σπίτι τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πολυτέλεια — η, ΝΑ [πολυτελής] 1. το να ζει κανείς ξοδεύοντας πολλά χρήματα, πολυδάπανα («τὴν εὐδαιμονίαν οἰομένῳ τρυφὴν καὶ πολυτέλειαν εἶναι», Ξεν.) 2. ο πλούτος τής εμφάνισης, η μεγαλοπρέπεια, το λούσο νεοελλ. 1. (οικον.) η χρήση αντικειμένων και η δαπάνη… …   Dictionary of Greek

  • πολυτελείας — πολυτελείᾱς , πολυτέλεια great expense fem acc pl πολυτελείᾱς , πολυτέλεια great expense fem gen sg (attic doric aeolic) πολυτελείᾱς , πολυτέλεια great expense fem acc pl (ionic) πολυτελείᾱς , πολυτέλεια great expense fem gen sg (attic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτελείαι — πολυτελείᾱͅ , πολυτέλεια great expense fem dat sg (attic doric aeolic) πολυτελείᾱͅ , πολυτέλεια great expense fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτελειῶν — πολυτέλεια great expense fem gen pl πολυτέλεια great expense fem gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτελείαις — πολυτέλεια great expense fem dat pl πολυτέλεια great expense fem dat pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτελείαν — πολυτελείᾱν , πολυτέλεια great expense fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτέλειαι — πολυτέλεια great expense fem nom/voc pl πολυτέλεια great expense fem nom/voc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»